Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to take form
01
παίρνει μορφή, διαγράφεται
to gradually become visible or recognizable in physical form
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
form
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take form
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes form
ενεστώτα μετοχή
taking form
απλός αόριστος
took form
παθητική μετοχή
taken form
Παραδείγματα
As the fog lifted, the outlines of distant mountains began to take form on the horizon.
Καθώς ο ομίχλη διαλύθηκε, τα περιγράμματα των μακρινών βουνών άρχισαν να παίρνουν μορφή στον ορίζοντα.
02
παίρνει μορφή, συγκροτείται
(of an idea or plan) to develop or become more defined
Παραδείγματα
Over the course of several meetings, the proposal took form and became a viable strategy.
Κατά τη διάρκεια πολλών συναντήσεων, η πρόταση πήρε μορφή και έγινε μια βιώσιμη στρατηγική.



























