bigamy
bi
ˈbɪ
μπι
ga
γκαι
my
mi
μι
/bˈɪɡæmi/

Ορισμός και σημασία του "bigamy"στα αγγλικά

01

διγαμία, διπλός γάμος

the act of marrying one person while still legally married to another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

διγαμία, διγαμία

the crime of marrying someone while still legally married to another person
Παραδείγματα
Bigamy cases often involve complex legal disputes over the validity of prior marriages.
Οι υποθέσεις διγαμίας συχνά περιλαμβάνουν περίπλοκες νομικές διαφορές σχετικά με την εγκυρότητα προηγούμενων γάμων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store