Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bigamy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
διγαμία, διγαμία
the crime of marrying someone while still legally married to another person
Παραδείγματα
He was arrested for bigamy.
Συνελήφθη για διγαμία.



























