Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to taint
01
μολύνω, μολύνω
to infect or dirty something with a disease or harmful microorganism
Transitive: to taint sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
taint
γ΄ ενικό πρόσωπο
taints
ενεστώτα μετοχή
tainting
απλός αόριστος
tainted
παθητική μετοχή
tainted
Παραδείγματα
The outbreak taints the water supply with harmful bacteria.
Η έξαρση μολύνει την παροχή νερού με επιβλαβή βακτήρια.
02
μολύνω, κηλιδώνω
to influence something with a harmful or negative quality
Transitive: to taint sth
Παραδείγματα
The scandal tainted his reputation forever.
Το σκάνδαλο έφερε μομφή στη φήμη του για πάντα.
Taint
01
μόλυνση, κηλίδα
the state of being contaminated
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
taints
Λεξικό Δέντρο
tainted
taint



























