tadpole
tad
ˈtæd
ταιντ
pole
ˌpoʊl
πουλ
/tˈædpə‍ʊl/

Ορισμός και σημασία του "tadpole"στα αγγλικά

01

γυρίνος, προνύμφη βάτραχου

an amphibian in the larval stage
tadpole definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tadpoles
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store