Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Big band
01
μεγάλη μπάντα, μπιγκ μπαντ
a large group of musicians playing jazz or dance music that usually features ensemble playing and solo improvisations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
big bands



























