synod
sy
ˈsɪ
si
nod
nəd
nēd
seanad

Ορισμός και σημασία του "synod"στα αγγλικά

01

σύνοδος, συνέδριο

a council or assembly, typically of church officials, convened to discuss and make decisions on religious matters 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
synods
Παραδείγματα
The synod of bishops gathered to address important doctrinal issues facing the church. 

Η Σύνοδος των επισκόπων συγκεντρώθηκε για να αντιμετωπίσει σημαντικά δογματικά ζητήματα που αντιμετωπίζει η εκκλησία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store