Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
synchronal
01
σύγχρονος, ταυτόχρονος
happening or existing at the same moment in time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The synchronal movements of the dancers created a mesmerizing performance.
Οι σύγχρονες κινήσεις των χορευτών δημιούργησαν μια μαγευτική παράσταση.



























