Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Symptom
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
symptoms
Παραδείγματα
A persistent cough can be a symptom of a respiratory infection.
Ο επίμονος βήχας μπορεί να είναι ένα σύμπτωμα μιας αναπνευστικής λοίμωξης.
02
σύμπτωμα, ένδειξη
anything that occurs alongside a particular condition or phenomenon, serving as an indication of its presence or existence
Παραδείγματα
The rapid increase in temperature was a symptom of the approaching storm.
Η γρήγορη αύξηση της θερμοκρασίας ήταν ένα σύμπτωμα της επερχόμενης καταιγίδας.
Λεξικό Δέντρο
symptomatic
symptomless
symptom



























