Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Symptom
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
symptoms
Παραδείγματα
She visited the doctor because of severe headaches, a symptom she could n't ignore.
Επισκέφτηκε τον γιατρό λόγω σοβαρών πονοκεφάλων, ενός συμπτώματος που δεν μπορούσε να αγνοήσει.
02
σύμπτωμα, ένδειξη
anything that occurs alongside a particular condition or phenomenon, serving as an indication of its presence or existence
Παραδείγματα
The decline in wildlife populations is a symptom of environmental degradation.
Η μείωση των πληθυσμών της άγριας ζωής είναι ένα σύμπτωμα της περιβαλλοντικής υποβάθμισης.
Λεξικό Δέντρο
symptomatic
symptomless
symptom



























