sylph
sylph
sɪlf
silf
self

Ορισμός και σημασία του "sylph"στα αγγλικά

01

συλφίδα, κομψή γυναίκα με λεπτή φιγούρα

an elegant woman with a slender figure 
sylph definition and meaning
Παραδείγματα
The model was a sylph in her flowing gown. 

Το μοντέλο ήταν μια συλφίδα στο ρέον φόρεμά της.

02

σύλφη, πνεύμα του αέρα

a spirit that is imagined to live in the air 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sylphs
Παραδείγματα
The poet wrote of a sylph guiding the winds. 

Ο ποιητής έγραψε για έναν σύλφο που καθοδηγεί τους ανέμους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sylphic
sylphlike
sylph
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store