sylphlike
sylph
ˈsɪlf
silf
like
laɪk
laik

Ορισμός και σημασία του "sylphlike"στα αγγλικά

01

συλφικό, ψηλός και λεπτός

having a tall, slim, and delicate physical appearance 
επιδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sylphlike
συγκριτικός βαθμός
more sylphlike
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She moved across the dance floor with sylphlike grace, captivating everyone with her fluid movements. 

Κινήθηκε πάνω στην πίστα χορού με νεραϊδένια χάρη, μαγεύοντας όλους με τις ρευστές της κινήσεις.

Λεξικό Δέντρο

sylphlike
sylph
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store