Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to switch off
01
σβήνω, απενεργοποιώ
to make something stop working usually by flipping a switch
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
switch
ενεστώτας
switch off
γ΄ ενικό πρόσωπο
switches off
ενεστώτα μετοχή
switching off
απλός αόριστος
switched off
παθητική μετοχή
switched off
Παραδείγματα
I always switch off my computer at night to save energy.
Πάντα σβήνω τον υπολογιστή μου τη νύχτα για να εξοικονομήσω ενέργεια.
02
χάνω το ενδιαφέρον, σταματώ να δίνω προσοχή
to lose interest and stop paying attention to what is happening
Παραδείγματα
A lack of engagement in the class made some students switch off.
Η έλλειψη συμμετοχής στην τάξη έκανε μερικούς μαθητές να χάσουν το ενδιαφέρον τους.



























