Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to switch off
[phrase form: switch]
01
σβήνω, απενεργοποιώ
to make something stop working usually by flipping a switch
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
switch
ενεστώτας
switch off
γ΄ ενικό πρόσωπο
switches off
ενεστώτα μετοχή
switching off
απλός αόριστος
switched off
παθητική μετοχή
switched off
Παραδείγματα
She switched off the radio because she did n't like the song.
Έκλεισε το ραδιόφωνο γιατί δεν της άρεσε το τραγούδι.
02
χάνω το ενδιαφέρον, σταματώ να δίνω προσοχή
to lose interest and stop paying attention to what is happening
Παραδείγματα
The boring presentation made some attendees switch off within the first few minutes.
Η βαρετή παρουσίαση έκανε μερικούς παρευρισκόμενους να αποσυντονιστούν στα πρώτα λεπτά.



























