swiss
swiss
swɪs
svis
blissensisbrissabyss

Ορισμός και σημασία του "Swiss"στα αγγλικά

01

ελβετικός

belonging or relating to Switzerland, or its people 
Swiss definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geography, nationality, culture
Παραδείγματα
Many tourists love the tranquil beauty of Swiss lakes. 

Πολλοί τουρίστες αγαπούν την ήρεμη ομορφιά των ελβετικών λιμνών.

01

Ελβετός, Ελβετή

a person from Switzerland or an inhabitant of Switzerland 
Swiss definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Swiss
Παραδείγματα
A friendly Swiss helped us navigate the train system in Zurich. 

Ένας φιλικός Ελβετός μας βοήθησε να περιηγηθούμε στο σύστημα τρένων στη Ζυρίχη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store