Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to swing about
01
στρίβω απότομα, γυρίζω απότομα
turn abruptly and face the other way, either physically or metaphorically
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
about
βασικό ρήμα
swing
ενεστώτας
swing about
γ΄ ενικό πρόσωπο
swings about
ενεστώτα μετοχή
swinging about
απλός αόριστος
swung about
παθητική μετοχή
swung about



























