swimmingly
Pronunciation
/swˈɪmɪŋli/

Ορισμός και σημασία του "swimmingly"στα αγγλικά

01

τέλεια, χωρίς προβλήματα

in a way that is easy or without any difficulties
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The dinner party went swimmingly, with guests enjoying every moment.
Το δείπνο πήγε αψεγάδιαστα, με τους καλεσμένους να απολαμβάνουν κάθε στιγμή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store