Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Swimming
01
κολύμβηση
the act of moving our bodies through water with the use of our arms and legs, particularly as a sport
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
We have a swimming pool in our backyard for summer fun.
Έχουμε μια πισίνα στην πίσω αυλή μας για καλοκαιρινή διασκέδαση.
swimming
01
κολυμπώντας, σε οριζόντια θέση
applied to a fish depicted horizontally
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
γέματο δάκρυα, πλημμυρισμένο με δάκρυα
filled or brimming with tears
Λεξικό Δέντρο
swimming
swim



























