Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Swimming
swimming
01
κολυμπώντας, σε οριζόντια θέση
applied to a fish depicted horizontally
02
γέματο δάκρυα, πλημμυρισμένο με δάκρυα
filled or brimming with tears
Λεξικό Δέντρο
swimming
swim
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κολυμπώντας, σε οριζόντια θέση
γέματο δάκρυα, πλημμυρισμένο με δάκρυα
Λεξικό Δέντρο