swimming
Pronunciation
/ˈswɪmɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "swimming"στα αγγλικά

01

κολύμβηση

the act of moving our bodies through water with the use of our arms and legs, particularly as a sport
swimming definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
We have a swimming pool in our backyard for summer fun.
Έχουμε μια πισίνα στην πίσω αυλή μας για καλοκαιρινή διασκέδαση.
01

κολυμπώντας, σε οριζόντια θέση

applied to a fish depicted horizontally
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

γέματο δάκρυα, πλημμυρισμένο με δάκρυα

filled or brimming with tears
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store