sweltering
swel
ˈswɛl
svel
te
ring
rɪng
ring

Ορισμός και σημασία του "sweltering"στα αγγλικά

sweltering
01

πνιγηρός, καυστικός

extremely hot and uncomfortable, often causing sweating 
sweltering definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sweltering
συγκριτικός βαθμός
more sweltering
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sweltering heat made it feel like an oven outside. 

Η πνιγηρή ζέση έκανε να νιώθει σαν φούρνος έξω.

Λεξικό Δέντρο

sweltering
swelter
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store