sweetener
Pronunciation
/ˈswitənɝ/, /ˈswitnɝ/

Ορισμός και σημασία του "sweetener"στα αγγλικά

01

γλυκαντικό, ζάχαρη

a substance used to add sweetness to food or beverages
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sweeteners
Παραδείγματα
I prefer using honey as a natural sweetener in my morning oatmeal.
Προτιμώ να χρησιμοποιώ μέλι ως φυσικό γλυκαντικό στο πρωινό μου πλιγούρι βρώμης.
02

δέλεαρ, γοητεία

anything that serves as an enticement
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store