Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sweet pepper
01
πιπεριά, γλυκιά πιπεριά
a large hollow fruit, typically red, green, orange or yellow, eaten as a vegetable either raw or cooked
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sweet peppers
Παραδείγματα
I enjoy the vibrant colors of sweet peppers in my salad, as they add a visual appeal to the dish.
Απολαμβάνω τα ζωηρά χρώματα των πιπεριών στη σαλάτα μου, καθώς προσθέτουν οπτική έκφραση στο πιάτο.
02
γλυκό πιπέρι, πιπέρι
plant bearing large mild thick-walled usually bell-shaped fruits; the principal salad peppers
Dialect
British



























