Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sweet-scented
01
ευωδιαστός, αρωματικός
having a pleasing smell or fragrance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sweet-scented
συγκριτικός βαθμός
more sweet-scented
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sweet-scented soap made the bathroom smell fresh and lovely.
Το αρωματικό σαπούνι έκανε το μπάνιο να μυρίζει φρέσκο και υπέροχο.



























