sweatshop
Pronunciation
/ˈswɛtˌʃɑp/

Ορισμός και σημασία του "sweatshop"στα αγγλικά

01

εργοστάσιο εκμετάλλευσης, εργοστάσιο ιδρώτα

a workplace, particularly one in which people produce clothing items, with poor conditions where workers are paid very low wages
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sweatshops
Παραδείγματα
Government regulations and international agreements play a crucial role in addressing the issue of sweatshop labor and protecting the rights of workers.
Οι κυβερνητικοί κανονισμοί και οι διεθνείς συμφωνίες παίζουν καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση του προβλήματος της εργασίας στα sweatshop και στην προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Λεξικό Δέντρο

sweatshop

sweat

+

shop

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store