sweatshop
sweat
swɛt
σουετ
shop
ʃɒp
σοπ

Ορισμός και σημασία του "sweatshop"στα αγγλικά

01

εργοστάσιο εκμετάλλευσης, εργοστάσιο ιδρώτα

a workplace, particularly one in which people produce clothing items, with poor conditions where workers are paid very low wages 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sweatshops
Παραδείγματα
The fashion industry has faced criticism for its use of sweatshops, where workers are often subjected to long hours, low pay, and unsafe working conditions. 

Η βιομηχανία μόδας έχει αντιμετωπίσει κριτική για τη χρήση εργοστασίων εκμετάλλευσης, όπου οι εργαζόμενοι συχνά υποβάλλονται σε μεγάλες ώρες εργασίας, χαμηλές αμοιβές και επικίνδυνες συνθήκες εργασίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sweatshop

sweat

+

shop

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store