bibliophile
bib
ˈbɪb
μπιμπ
lio
ˌlɪɑ:
λια
phile
faɪl
φαιλ
/bˈɪblɪˌɒfa‍ɪl/

Ορισμός και σημασία του "bibliophile"στα αγγλικά

01

βιβλιοφίλος, εραστής των βιβλίων

a person who loves or collects books, especially for their content, rarity, or physical beauty
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bibliophiles
Παραδείγματα
The auction attracted bibliophiles from across the country.
Η δημοπρασία προσέλκυσε βιβλιοφίλους από όλη τη χώρα.

Λεξικό Δέντρο

bibliophilic
bibliophile
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store