Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bibliophile
01
βιβλιοφίλος, εραστής των βιβλίων
a person who loves or collects books, especially for their content, rarity, or physical beauty
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bibliophiles
Παραδείγματα
As a lifelong bibliophile, she spent weekends browsing antique bookshops.
Ως ισόβια βιβλιοφίλα, περνούσε τα σαββατοκύριακα περιηγούμενη σε παλαιοβιβλιοπωλεία.
Λεξικό Δέντρο
bibliophilic
bibliophile



























