swank
swank
swænk
σουαινκ
/swˈæŋk/

Ορισμός και σημασία του "swank"στα αγγλικά

01

κομψότητα, στυλ

elegance by virtue of being fashionable
swank definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
to swank
01

επιδεικνύω, καμαρώνω

display proudly; act ostentatiously or pretentiously
to swank definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
swank
γ΄ ενικό πρόσωπο
swanks
ενεστώτα μετοχή
swanking
απλός αόριστος
swanked
παθητική μετοχή
swanked
01

κομψός, πολυτελής

imposingly fashionable and elegant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
swankest
συγκριτικός βαθμός
swanker
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

swanky
swank
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store