Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Swank
01
κομψότητα, στυλ
elegance by virtue of being fashionable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
swanks
to swank
01
επιδεικνύω, καμαρώνω
display proudly; act ostentatiously or pretentiously
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
swank
γ΄ ενικό πρόσωπο
swanks
ενεστώτα μετοχή
swanking
απλός αόριστος
swanked
παθητική μετοχή
swanked
swank
01
κομψός, πολυτελής
imposingly fashionable and elegant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
swankest
συγκριτικός βαθμός
swanker
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
style, appearance, society
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
swanky
swank



























