swan
swan
swɒn
svon
sawanswain

Ορισμός και σημασία του "swan"στα αγγλικά

01

κύκνος, υδρόβιο πτηνό

a large bird that is normally white, has a long neck and lives on or around water 
swan definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swans
Παραδείγματα
The swan glided serenely across the calm surface of the lake, its reflection shimmering in the water. 

Ο κύκνος γλίστρησε γαλήνια πάνω από την ήρεμη επιφάνεια της λίμνης, η αντανάκλασή του να λάμπει στο νερό.

to swan
01

ορκίζομαι, δηλώνω επίσημα

to declare or affirm solemnly and formally as true 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
swan
γ΄ ενικό πρόσωπο
swans
ενεστώτα μετοχή
swanning
απλός αόριστος
swanned
παθητική μετοχή
swanned
02

περιφέρομαι, περιπλανώμαι

move about aimlessly or without any destination, often in search of food or employment 
03

ολισθαίνει μεγαλοπρεπώς, κινείται με μεγαλοπρέπεια

sweep majestically 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store