swamp
swamp
swɒmp
svomp
scampstamp

Ορισμός και σημασία του "swamp"στα αγγλικά

01

βάλτος, έλος

an area of land that is covered with water or is always very wet 
swamp definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swamps
Παραδείγματα
The swamp was teeming with diverse wildlife, from alligators to herons and turtles. 

Ο βάλτος γέμιζε με ποικίλη άγρια ζωή, από αλιγάτορες έως ερωδιούς και χελώνες.

02

βάλτος, έλος

a state overwhelmed by difficulties, responsibilities, or complexity 
Παραδείγματα
She was stuck in a swamp of paperwork at the office. 

Ήταν κολλημένη σε ένα βάλτο χαρτιών στο γραφείο.

to swamp
01

πλημμυρίζω, κατακλύζω

to flood or cover something with water, making it hard to use or move through 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
swamp
γ΄ ενικό πρόσωπο
swamps
ενεστώτα μετοχή
swamping
απλός αόριστος
swamped
παθητική μετοχή
swamped
Παραδείγματα
The rain is swamping the streets right now. It's going to make them impassable. 

Η βροχή πλημμυρίζει τους δρόμους τώρα. Θα τους κάνει αδιάβατους.

02

πλημμυρίζω, βυθίζω

to become drenched, submerged, or overrun, often by liquid 
Παραδείγματα
The boat swamped and began to sink. 

Η βάρκα πλημμύρισε και άρχισε να βυθίζεται.

03

πλημμυρίζω, κατακλύζω

to overwhelm someone or something with a large quantity of work, tasks, messages, or requests 
Παραδείγματα
She was swamped with emails after returning from vacation. 

Ήταν πλημμυρισμένη με μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μετά την επιστροφή της από τις διακοπές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store