swain
Pronunciation
/ˈsweɪn/

Ορισμός και σημασία του "swain"στα αγγλικά

01

ερωμένος, γαλαντεμένος

a man who is the lover of a man or woman
swain definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swains
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store