swag
swag
swæg
svāg
slagcragquagshag

Ορισμός και σημασία του "swag"στα αγγλικά

01

δέμα, αποσκευές

a bundle containing the personal belongings of a swagman 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swags
02

λάφυρο, κλεμμένα αγαθά

goods or money obtained illegally 
03

λάφυρο, πολύτιμα αγαθά

valuable goods 
04

διακοσμητικό κουρτίνα, διακοσμητικό ύφασμα

a decorative piece of fabric draped over a rod or pole and hung above a window 
05

στυλ, αυτοπεποίθηση

style or confidence shown through fashionable appearance 
αργκό
Παραδείγματα
He's got swag in everything he wears. 

Έχει στυλ σε ό,τι φοράει.

to swag
01

ταλαντεύομαι βαρύτητα ή ασταθώς, κλυδωνίζομαι έντονα ή ασταθώς

sway heavily or unsteadily 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
swag
γ΄ ενικό πρόσωπο
swags
ενεστώτα μετοχή
swagging
απλός αόριστος
swagged
παθητική μετοχή
swagged
02

τρεκλίζω, περπατώ ασταθώς

walk as if unable to control one's movements 
03

κρεμώμαι, βυθίζομαι

droop, sink, or settle from or as if from pressure or loss of tautness 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store