suture
su
ˈsju:
syoo
ture
ʧə
chē

Ορισμός και σημασία του "suture"στα αγγλικά

01

ραφή, χειρουργική ραφή

a surgical seam made to close a wound or incision 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sutures
Παραδείγματα
The doctor closed the cut with a suture. 

Ο γιατρός έκλεισε το κόψιμο με μια ραφή.

02

ράμμα, νήμα ράμματος

a thread of wire, catgut, or silk used to stitch body tissues together 
Παραδείγματα
He carefully threaded the needle with the suture before stitching. 

Περάσε προσεκτικά τη βελόνα με το νήμα ράμματος πριν από τη ραφή.

03

ραφή, κρανιακή ραφή

a seam-like joint where two bones are firmly joined, particularly in the skull 
Παραδείγματα
The coronal suture connects the frontal and parietal bones. 

Η στεφανιαία ραφή συνδέει το μετωπιαίο και το βρεγματικό οστό.

to suture
01

ράβω, συρράπτω

to stitch tissues together using a surgical thread 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
suture
γ΄ ενικό πρόσωπο
sutures
ενεστώτα μετοχή
suturing
απλός αόριστος
sutured
παθητική μετοχή
sutured
Παραδείγματα
The surgeon sutured the laceration carefully. 

Ο χειρουργός ράψαμε προσεκτικά το σχίσιμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store