Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to suss out
01
εξετάζω προσεκτικά, καταλαβαίνω
to examine closely in order to determine accuracy, quality, or condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
suss
ενεστώτας
suss out
γ΄ ενικό πρόσωπο
susses out
ενεστώτα μετοχή
sussing out
απλός αόριστος
sussed out
παθητική μετοχή
sussed out
Παραδείγματα
She tried to suss out the situation before making any decisions.
Προσπάθησε να καταλάβει την κατάσταση πριν πάρει οποιεσδήποτε αποφάσεις.



























