Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to suspire
01
αναπνέω, εισπνέω και εκπνέω
to draw air into and expel it from the lungs
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
suspire
γ΄ ενικό πρόσωπο
suspires
ενεστώτα μετοχή
suspiring
απλός αόριστος
suspired
παθητική μετοχή
suspired
Παραδείγματα
Humans suspire naturally as part of the respiratory cycle.
Οι άνθρωποι αναπνέουν φυσικά ως μέρος του αναπνευστικού κύκλου.
02
αναστενάζω, εκπνέω
to let out a deep breath or sigh
Intransitive
Παραδείγματα
She sighed and suspired, feeling the weight of the long day.
Αναστέναξε και αναστέναξε βαθιά, νιώθοντας το βάρος της μακράς ημέρας.



























