Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
suspensive
01
εκκρεμής, αποφασιστικός
undecided or characterized by indecisiveness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most suspensive
συγκριτικός βαθμός
more suspensive
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
state, decision, uncertainty
02
εκκρεμής, γεμάτος αγωνία
creating a sense of uncertainty or anticipation
Παραδείγματα
The suspensive silence before the announcement made everyone anxious.
Η αγωνιώδης σιωπή πριν από την ανακοίνωση έκανε όλους ανήσυχους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
suspensive
suspense
suspend



























