suspensive
sus
səs
σασ
pen
ˈpɛn
πεν
sive
sɪv
σιβ
/səspˈɛnsɪv/

Ορισμός και σημασία του "suspensive"στα αγγλικά

suspensive
01

εκκρεμής, αποφασιστικός

undecided or characterized by indecisiveness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most suspensive
συγκριτικός βαθμός
more suspensive
διαβαθμίσιμο
02

εκκρεμής, γεμάτος αγωνία

creating a sense of uncertainty or anticipation
Παραδείγματα
The suspensive nature of the wait made the moment feel more dramatic.
Η κρεμασμένη φύση της αναμονής έκανε τη στιγμή να φαίνεται πιο δραματική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store