Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
surreptitiously
01
κρυφά, λαθραία
in a secretive manner to avoid drawing attention
γραμματικές πληροφορίες
ερωτηματικό επίρρημα
Παραδείγματα
He surreptitiously glanced at the answer sheet during the exam.
Είχε κρυφά ρίξει μια ματιά στο φύλλο απαντήσεων κατά τη διάρκεια της εξέτασης.
Λεξικό Δέντρο
surreptitiously
surreptitious



























