Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
surreptitiously
01
κρυφά, λαθραία
in a secretive manner to avoid drawing attention
Παραδείγματα
The students whispered surreptitiously during the silent library hours.
Οι μαθητές ψιθύριζαν κρυφά κατά τις σιωπηλές ώρες της βιβλιοθήκης.
Λεξικό Δέντρο
surreptitiously
surreptitious



























