Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
surging
01
σε ταχεία αύξηση, σε έκρηξη
experiencing a strong and rapid increase or movement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most surging
συγκριτικός βαθμός
more surging
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The surging demand for electric cars has led to increased production.
Η αυξανόμενη ζήτηση για ηλεκτρικά αυτοκίνητα οδήγησε σε αυξημένη παραγωγή.
Λεξικό Δέντρο
surging
surge



























