surging
Pronunciation
/ˈsɝdʒɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "surging"στα αγγλικά

01

σε ταχεία αύξηση, σε έκρηξη

experiencing a strong and rapid increase or movement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most surging
συγκριτικός βαθμός
more surging
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A surging interest in remote work has changed office dynamics worldwide.
Ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για την απομακρυσμένη εργασία έχει αλλάξει τη δυναμική των γραφείων παγκοσμίως.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store