Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
surging
01
σε ταχεία αύξηση, σε έκρηξη
experiencing a strong and rapid increase or movement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most surging
συγκριτικός βαθμός
more surging
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A surging interest in remote work has changed office dynamics worldwide.
Ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για την απομακρυσμένη εργασία έχει αλλάξει τη δυναμική των γραφείων παγκοσμίως.
Λεξικό Δέντρο
surging
surge



























