surging
sur
ˈsɜ:
ging
ʤɪng
jing
surfing

Ορισμός και σημασία του "surging"στα αγγλικά

01

σε ταχεία αύξηση, σε έκρηξη

experiencing a strong and rapid increase or movement 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most surging
συγκριτικός βαθμός
more surging
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The surging demand for electric cars has led to increased production. 

Η αυξανόμενη ζήτηση για ηλεκτρικά αυτοκίνητα οδήγησε σε αυξημένη παραγωγή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store