Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Surgical gown
01
χειρουργική ρόμπα, στείρο προστατευτικό ένδυμα
a sterile protective garment worn by medical professionals during surgical procedures
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
surgical gowns
LanGeek



























