Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
surgical
01
χειρουργικός, εγχειρητικός
related to or involving medical procedures that involve making incisions in the body to treat injuries, diseases, or deformities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Surgical procedures are performed in sterile environments.
Οι χειρουργικές επεμβάσεις πραγματοποιούνται σε αποστειρωμένα περιβάλλοντα.
02
χειρουργικός, ακριβής και αποτελεσματικός
extremely precise and effective
Παραδείγματα
Military planners described the strike as surgical, aimed only at the declared target.
Οι στρατιωτικοί σχεδιαστές περιέγραψαν την απεργία ως χειρουργική, με στόχο μόνο τον δηλωμένο στόχο.
Λεξικό Δέντρο
nonsurgical
surgically
surgical



























