Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Surfer
01
σέρφερ, κυματοδρομέας
someone who stands or lies on a special board in order to move on the surface of the water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
surfers
02
σέρφερ, διαδικτυακός χρήστης
a person who spends a lot of time online navigating through different websites
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
surfer
surf



























