surfboard
surf
ˈsɜ:f
sēf
board
ˌbɔ:d
bawd
surfbird

Ορισμός και σημασία του "surfboard"στα αγγλικά

01

σανίδα σέρφινγκ, σέρφινγκ

a long board we stand or lie on to ride waves 
surfboard definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
surfboards
Παραδείγματα
They rented surfboards and wetsuits for their surfing lesson, eager to learn how to ride the waves. 

Νοίκιασαν σανίδες σέρφινγκ και υγρά στοιχεία για το μάθημα σέρφινγκ τους, ανυπόμονοι να μάθουν πώς να καβαλούν τα κύματα.

to surfboard
01

κάνω σέρφινγκ

ride the waves of the sea with a surfboard 
to surfboard definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
surfboard
γ΄ ενικό πρόσωπο
surfboards
ενεστώτα μετοχή
surfboarding
απλός αόριστος
surfboarded
παθητική μετοχή
surfboarded
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store