Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Surfboard
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
surfboards
Παραδείγματα
She enjoys surfing and spends her weekends riding her surfboard along the coastline.
Απολαμβάνει το σέρφινγκ και περνά τα σαββατοκύριακά της να καβαλάει την σανίδα σέρφινγκ της κατά μήκος της ακτής.
to surfboard
01
κάνω σέρφινγκ
ride the waves of the sea with a surfboard
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
surfboard
γ΄ ενικό πρόσωπο
surfboards
ενεστώτα μετοχή
surfboarding
απλός αόριστος
surfboarded
παθητική μετοχή
surfboarded
Λεξικό Δέντρο
surfboard
surf
board



























