sura
sura
sʊərə
σουερα
suryasudrasutrasupra

Ορισμός και σημασία του "sura"στα αγγλικά

01

γαμπά, μυς γαμπάς

the muscular back part of the shank 
sura definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
suras
02

σούρα, σούρα

one of the chapters of the Quran 
Παραδείγματα
He recited a sura from memory. 

Απαγγείλε ένα σούρα από τη μνήμη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store