Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
supplicatory
01
ικετευτικός, παρακαλεστικός
the act of applying paving materials to an area
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
ικετευτικός, παρακαλών
humbly begging or pleading, often to a higher power
Παραδείγματα
He sent a supplicatory letter to his captors begging for more lenient treatment.
Έστειλε μια ικετευτική επιστολή στους απαγωγείς του, ικετεύοντας για πιο επιεική μεταχείριση.
Λεξικό Δέντρο
supplicatory
supplicate
supplic



























