supplicatory
supp
ˈsʌp
sap
li
li
ca
to
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "supplicatory"στα αγγλικά

supplicatory
01

ικετευτικός, παρακαλεστικός

the act of applying paving materials to an area 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

ικετευτικός, παρακαλών

humbly begging or pleading, often to a higher power 
Παραδείγματα
The family offered supplicatory prayers to their household gods. 

Η οικογένεια προσέφερε ικετηρίες προσευχές στους οικιακούς τους θεούς.

Λεξικό Δέντρο

supplicatory
supplicate
supplic
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store