Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
supplemental
01
συμπληρωματικός, επιπρόσθετος
providing extra support or enhancement
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The supplemental reading materials provided further insight into the topic.
Τα συμπληρωματικά υλικά ανάγνωσης παρείχαν περαιτέρω γνώση για το θέμα.
1.1
συμπληρωματικός
additional food intended to enhance or complete a diet, often used to address nutritional deficiencies
Παραδείγματα
The doctor recommended a supplemental vitamin D food to help with his bone health.
Ο γιατρός συνέστησε ένα συμπληρωματικό τρόφιμο με βιταμίνη D για να βοηθήσει στην υγεία των οστών του.
Λεξικό Δέντρο
supplemental
supplement
supple



























