Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to supplement
01
συμπληρώνω, εμπλουτίζω
to improve something by adding something to it
Transitive: to supplement sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
supplement
γ΄ ενικό πρόσωπο
supplements
ενεστώτα μετοχή
supplementing
απλός αόριστος
supplemented
παθητική μετοχή
supplemented
Παραδείγματα
The new regulations will supplement the existing safety measures.
Οι νέοι κανονισμοί θα συμπληρώσουν τα υπάρχοντα μέτρα ασφαλείας.
Supplement
01
συμπλήρωμα, πρόσθετο
an additional component or element that enhances or improves the capability of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
supplements
Παραδείγματα
He used a supplement to reinforce the structural stability of the bridge.
Χρησιμοποίησε ένα συμπλήρωμα για να ενισχύσει τη δομική σταθερότητα της γέφυρας.
02
διατροφικό συμπλήρωμα, συμπλήρωμα
a substance taken to correct or compensate for nutritional deficiencies in a person's diet
Παραδείγματα
Herbal supplements are popular among people seeking natural remedies.
Τα φυτικά συμπληρώματα είναι δημοφιλή μεταξύ των ανθρώπων που αναζητούν φυσικά θεραπευτικά μέσα.
03
προσθήκη
a separate section, usually in the form of a colored magazine, sold with a newspaper
Παραδείγματα
The holiday edition of the newspaper includes a festive supplement with gift guides, recipes, and seasonal features.
Η διακοπική έκδοση της εφημερίδας περιλαμβάνει ένα εορταστικό προσθήκη με οδηγούς δώρων, συνταγές και εποχικά χαρακτηριστικά.



























