supervisor
su
ˈsju:
syoo
per
vi
vaɪ
vai
sor

Ορισμός και σημασία του "supervisor"στα αγγλικά

01

επιτηρητής, επόπτης

someone who observes or directs a person or an activity 
supervisor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
supervisors
Παραδείγματα
The supervisor oversees the daily operations of the department. 

Ο επιτηρητής επιβλέπει τις καθημερινές λειτουργίες του τμήματος.

02

επιβλέπων, παρακολουθητής

a program or system component that manages and controls the execution of other programs 
Παραδείγματα
The embedded system relies on a lightweight supervisor to manage real-time tasks. 

Το ενσωματωμένο σύστημα βασίζεται σε έναν ελαφρύ επιβλέποντα για τη διαχείριση εργασιών σε πραγματικό χρόνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

supervisor
supervise
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store