Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Supervision
01
επίβλεψη, εποπτεία
the act or process of overseeing the activities of individuals or a group to ensure compliance with rules or objectives
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The manager provided clear supervision to the team, ensuring that project tasks were completed on schedule and according to quality standards.
Ο διαχειριστής παρείχε σαφή επίβλεψη στην ομάδα, διασφαλίζοντας ότι οι εργασίες του έργου ολοκληρώθηκαν εγκαίρως και σύμφωνα με τα πρότυπα ποιότητας.
Λεξικό Δέντρο
supervision
supervise



























