Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Supervision
01
επίβλεψη, εποπτεία
the act or process of overseeing the activities of individuals or a group to ensure compliance with rules or objectives
Παραδείγματα
The regulatory agency conducts regular supervision of financial institutions to ensure compliance with industry regulations and protect consumers.
Ο ρυθμιστικός φορέας διεξάγει τακτική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων για να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με τους κανονισμούς του κλάδου και να προστατεύσει τους καταναλωτές.
Λεξικό Δέντρο
supervision
supervise



























