Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Superordinate
01
υπερώνυμο, υπερτακτικός
a word that is more generic than a given word
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
superordinates
to superordinate
01
υπερτάσσω, τοποθετώ σε ανώτερη τάξη
place in a superior order or rank
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
superordinate
γ΄ ενικό πρόσωπο
superordinates
ενεστώτα μετοχή
superordinating
απλός αόριστος
superordinated
παθητική μετοχή
superordinated
superordinate
01
ανώτερος, υψηλότερης κατάστασης
of higher rank or status or value
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most superordinate
συγκριτικός βαθμός
more superordinate
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
superordinate
super
ordinate



























