superordinate
su
sju:
syoo
per
or
ɔ:
aw
di
di
nate
neɪt
neit

Ορισμός και σημασία του "superordinate"στα αγγλικά

01

υπερώνυμο, υπερτακτικός

a word that is more generic than a given word 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
superordinates
02

ανώτερος, επιστάτης

a person who holds a higher rank or authority over others 
Παραδείγματα
The superordinate delegated key responsibilities to the team leaders. 

Ο ανώτερος ανέθεσε βασικές ευθύνες στους ηγέτες της ομάδας.

to superordinate
01

υπερτάσσω, τοποθετώ σε ανώτερη τάξη

place in a superior order or rank 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
superordinate
γ΄ ενικό πρόσωπο
superordinates
ενεστώτα μετοχή
superordinating
απλός αόριστος
superordinated
παθητική μετοχή
superordinated
superordinate
01

ανώτερος, υψηλότερης κατάστασης

of higher rank or status or value 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most superordinate
συγκριτικός βαθμός
more superordinate
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store