to beware
be
bi
ware
ˈweə
ve
impairaflarerepairprayer

Ορισμός και σημασία του "beware"στα αγγλικά

to beware
01

προσέχω, φυλάγομαι

to warn someone to be cautious of a dangerous person or thing 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
beware
γ΄ ενικό πρόσωπο
bewares
ενεστώτα μετοχή
bewaring
απλός αόριστος
bewared
παθητική μετοχή
bewared
Παραδείγματα
Beware of the icy conditions on the roads; drive carefully. 

Προσέξτε τις παγωμένες συνθήκες στους δρόμους· οδηγείτε προσεκτικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store