Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to beware
01
προσέχω, φυλάγομαι
to warn someone to be cautious of a dangerous person or thing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
beware
γ΄ ενικό πρόσωπο
bewares
ενεστώτα μετοχή
bewaring
απλός αόριστος
bewared
παθητική μετοχή
bewared
Παραδείγματα
Beware of the icy conditions on the roads; drive carefully.
Προσέξτε τις παγωμένες συνθήκες στους δρόμους· οδηγείτε προσεκτικά.



























