Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to beware
01
προσέχω, φυλάγομαι
to warn someone to be cautious of a dangerous person or thing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
beware
γ΄ ενικό πρόσωπο
bewares
ενεστώτα μετοχή
bewaring
απλός αόριστος
bewared
παθητική μετοχή
bewared
Παραδείγματα
Residents are advised to beware of wild animals when hiking in the national park.
Οι κάτοικοι συμβουλεύονται να προσέχουν τα άγρια ζώα όταν περπατούν στο εθνικό πάρκο.



























