Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bewail
01
θρηνούν, οδύρομαι
to express deep sorrow or grief, often accompanied by loud cries or mournful sounds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bewail
γ΄ ενικό πρόσωπο
bewails
ενεστώτα μετοχή
bewailing
απλός αόριστος
bewailed
παθητική μετοχή
bewailed
Παραδείγματα
The poet bewails the loss of innocence in society in many of his verses.
Ο ποιητής θρηνεί την απώλεια της αθωότητας στην κοινωνία σε πολλούς από τους στίχους του.



























