beverage
Pronunciation
/ˈbɛvərɪʤ/

Ορισμός και σημασία του "beverage"στα αγγλικά

01

ποτό, ρόφημα

a drink that is not water
beverage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
beverages
Παραδείγματα
The bartender mixed a variety of alcoholic and non-alcoholic beverages to serve at the party.
Ο μπάρμαν ανέμειξε μια ποικιλία από αλκοολούχα και μη αλκοολούχα ποτά για σερβίρισμα στο πάρτι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store