Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sup
01
πίνω, ρουφώ
to consume a drink or liquid food
Transitive: to sup on a drink or liquid food | to sup a drink or liquid food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sup
γ΄ ενικό πρόσωπο
sups
ενεστώτα μετοχή
supping
απλός αόριστος
supped
παθητική μετοχή
supped
Παραδείγματα
The artist takes breaks from painting to sup on a refreshing fruit smoothie.
Ο καλλιτέχνης κάνει διαλείμματα από τη ζωγραφική για να πιει ένα δροσιστικό σμούθι φρούτων.
Sup
01
γουλιά, ρούφηγμα
a small portion of liquid food, such as broth or soup
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sups
Παραδείγματα
Only a sup of the consommé remained in the bowl.
Μόνο μια γουλιά από το κοσσόμ παρέμεινε στο μπολ.
Λεξικό Δέντρο
supper
supping
sup



























