to sup
sup
sʌp
σαπ
sunup
supped

Ορισμός και σημασία του "sup"στα αγγλικά

to sup
01

πίνω, ρουφώ

to consume a drink or liquid food 
Transitive: to sup on a drink or liquid food | to sup a drink or liquid food
to sup definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sup
γ΄ ενικό πρόσωπο
sups
ενεστώτα μετοχή
supping
απλός αόριστος
supped
παθητική μετοχή
supped
Παραδείγματα
She sat by the fireplace, quietly supping on a cup of hot tea to warm herself on the chilly evening. 

Κάθισε δίπλα στο τζάκι, πίνοντας ήσυχα ένα φλιτζάνι ζεστό τσάι για να ζεσταθεί στο κρύο βράδυ.

01

γουλιά, ρούφηγμα

a small portion of liquid food, such as broth or soup 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sups
Παραδείγματα
He took a sup of the hot chicken broth. 

Πήρε μια γουλιά από τον ζεστό κοτόσουπο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

supper
supping
sup
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store