Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sunken
01
βαθουλωμένος, κοιλωμένος
(of someone's cheeks or eyes) being hollow and curving inwards because of old age, hunger or disease
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sunken
συγκριτικός βαθμός
more sunken
διαβαθμίσιμο



























