Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sunday clothes
01
κυριακάτικα ρούχα, ενδύματα κυριακής
the best attire you have which is worn to church on Sunday
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Sunday clothes



























