summery
summery
'sʌməri
samēri
summary

Ορισμός και σημασία του "summery"στα αγγλικά

01

καλοκαιρινός, καλοκαιρινός

typical of or connected to the season of summer 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most summery
συγκριτικός βαθμός
more summery
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She wore a summery dress to the picnic. 

Φόρεσε ένα καλοκαιρινό φόρεμα στο πικνίκ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store